Το Πένθος στην Ζωή μας

Ο θάνατος κάποιου αγαπημένου προσώπου, ένας χωρισμός, η απώλεια φαντασιωτικού αντικειμένου αγάπης (όπως σε ενδομήτριο θάνατο βρέφους) αλλά και στα πλαίσια ναρκισσιστικού τραύματος (π.χ. σε ακρωτηριασμό ή μαστεκτομή) αποτελούν περιπτώσεις πένθους, αν και δεν έχουν όλα την ίδια πορεία και σημασία. Το πένθος σημαίνει, βιώνω ένα κενό μέσα μου, μια απουσία, και αυτή η απουσία με κάνει να λυπάμαι, να μη θέλω να ασχοληθώ με τα πράγματα που έως τώρα με ευχαριστούσαν.
 
Αν κάποιος χάσει έναν δικό του άνθρωπο, πενθεί και είναι πιθανόν να μας εκπλήξει η ένταση του κενού που βιώνετε μέσα του. Είναι σαν να πέθανε κυριολεκτικά ένα μέρος του εαυτού τους.
 
Η ιδέα του θανάτου είναι συνήθως αβάσταχτη, για αυτό και αποφεύγουμε να το σκεφτόμαστε, σε όποια ηλικία και να μας συμβεί μας βρίσκει πάντα απροετοίμαστους. Όταν χάνουμε κάτι που αγαπάμε, νιώθουμε θλίψη, μελαγχολία, μοναξιά, άγχος, έλλειψη ενδιαφέροντος να ασχοληθούμε με ότι μέχρι τότε μας ευχαριστούσε. Πενθούμε για τον εαυτό μας, για τη διατάραξη της καθημερινότητάς μας, για την αδυναμία να κάνουμε σχέδια για το μέλλον χωρίς σε αυτά να βρίσκεται το άτομο που έχει «φύγει» από τη ζωή μας.
 
Στο πρώτο διάστημα της απώλειας, ένα απλό ερέθισμα είναι ικανό να ξυπνήσει αναμνήσεις και συναισθήματα. Εύκολα βυθιζόμαστε σε άλλες σκέψεις ή ξεσπάμε σε κλάμα. Θρήνος για ένα μέρος της ψυχής μας, για ένα μέρος της ζωής μας. Βέβαια, πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν και οι συνθήκες του πένθους, αν προέρχεται από μια μη φυσιολογική απώλεια, από την ηλικία και άλλους παράγοντες. Το πένθος περιλαμβάνει, την άρνηση που νιώθουμε αρχικά για το γεγονός, το θρήνο για ότι μας συνέβη, οργή για τον υπεύθυνο αν υπάρχει ή για τη ζωή ή τη μοίρα και τέλος φτάνουμε στην αποδοχή του γεγονότος.
Το πένθος του κάθε ατόμου δεν είναι εύκολο να καθοριστεί, ή να ερμηνευτεί γιατί όλα τα άτομα δεν έχουν την ίδια ψυχική ευαισθησία, την ίδια αντίληψη, ούτε ερμηνεύουν το θάνατο με τον ίδιο τρόπο, έστω και αν βιώνουν την ίδια κοινωνική κατάσταση. Κάποια άτομα μπορεί να εκφράζουν το άγχος τους με υπερκινητικότητα και άλλα με εγκατάλειψη των σωματικών και πνευματικών τους δραστηριοτήτων, έτσι και κάποια μπορεί κατά το πένθος να φορέσουν τα μαύρα τους και άλλα, τα κόκκινα τους. Ο Τully, προτείνει μια προσέγγιση του πένθους στη βάση των ατομικιστικών και συνολικών περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών του ατόμου, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι πρέπει να δούμε τον κάθε άνθρωπο σαν ένα πορτοκάλι, που το εξωτερικό του σπάνια προδίδει την πραγματική κατάσταση του φρούτου. Από την άλλη θα ήταν εύλογο να λέγαμε ότι ο χρόνος που χρειάζεται για να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο πενθεί ένα πρόσωπο είναι ενδεχομένως περισσότερος από το χρόνο που χρειάζεται ο ίδιος ο πενθών προκειμένου να ξεπεράσει μόνος του το πένθος.
 
Στην αρχή, τον πρώτο καιρό μετά το θάνατο, είναι πιθανό τα άτομα που πενθούν να κλαίνε σε ανύποπτες στιγμές. Μια απλή ενθύμηση του άλλου, μια φωτογραφία ή μια αναφορά σε κάποια συζήτηση, ξυπνά μέσα μας μια ολόκληρη σειρά ενθυμήσεων και συναισθημάτων. Αυτή η έκφραση, αυτό το κλάμα, είναι ένας θετικός τρόπος εκτόνωσης. Μας ανακουφίζει από την πίεση των περιστάσεων και μας βοηθά με τη γαλήνη που έρχεται έπειτα από το κλάμα, να τακτοποιήσουμε μέσα μας αυτά που έχουν γίνει.
 
Αν μετά το κλάμα βιώνεις σύγχυση και ταραχή αντί για γαλήνη, τότε είναι πιθανό να υπάρχει κάτι, στον τρόπο που βλέπεις τον θάνατο ή στον τρόπο που βλέπεις αυτόν που πέθανε, που να μην σε βοηθά. Σε τέτοια περίπτωση είναι καλό να βάλεις όρια στο κλάμα σου, χωρίς όμως να το εμποδίσεις εντελώς ώστε ψύχραιμα να μπορέσεις να εξετάσεις τον εαυτό σου, τις σκέψεις και τις αντιδράσεις σου.
 
Άλλα τυπικά συμπτώματα του πένθους, είναι η απόσυρση από κοινωνικές δραστηριότητες, η ελάττωση της συγκέντρωσης και της προσοχής, η απώλεια βάρους, η αϋπνία, το κλάμα και ο εκνευρισμός. Κατά την περίοδο αυτή, το άτομο είναι ευάλωτο σε σωματικά νοσήματα ενώ συχνά εμφανίζονται και συναισθήματα αυτομορφής σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης του θανόντος, αλλά και του θυμού. Τα συμπτώματα αυτά αρχίζουν να υποχωρούν συνήθως μέσα σε 6-12 μήνες, ενώ χαρακτηριστικό είναι ότι μπορεί να επανεμφανιστούν σε ιδιαίτερες περιστάσεις, όπως , για παράδειγμα, σε επετείους γενεθλίων ή σε γιορτές.
 
Πότε, όμως το πένθος μετατρέπεται σε κατάθλιψη; Πότε, δηλαδή, ξεπερνιούνται τα όρια του φυσιολογικού μηχανισμού ψυχικής αντίδρασης προς την απώλεια και μπαίνουμε στα πεδία της ανάπτυξης κλινικής διαταραχής της διάθεσης;
 
Τα όρια δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά εύκολα, αλλά κάποια κλινικά σημεία που προσανατολίζουν προς την κατάθλιψη, είναι η εμφάνιση συχνών ιδεών αυτοκτονίας, η γενικευμένη αυτομορφή ( δηλ. το άτομο να θεωρεί ότι είναι ανάξιο και γενικά κακό), η μη ανταπόκριση στην ενθάρρυνση από το κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον και η διακοπή των κοινωνικών επαφών. Όταν το πένθος ξεπερνά τα όρια του αναμενόμενου και δημιουργεί άγχος, κατάθλιψη, φοβίες, γενικά δε μπορείτε να λειτουργήσετε σα φυσιολογικά άτομα, τότε χρειάζεστε την βοήθεια ενός ειδικού που θα σας βοηθήσει να οργανώσετε τα συναισθήματά σας και να ξεπεράσετε τους φόβους και τις ανησυχίες σας.
 
Πως όμως τα παιδιά αντιλαμβάνονται το πένθος
Η ασφάλεια της παιδικής ηλικίας μπορεί να καταρρεύσει παροδικά εξαιτίας του θανάτου ενός από τους γονείς ή κάποιου αγαπημένου προσώπου. Από το ένα λεπτό στο άλλο, το παιδί περνάει από τα γέλια στα κλάματα. Κάθε στιγμή φαίνεται να αναιρεί την προηγούμενη. Και όπως και στον ενήλικο, τα αισθήματα ενοχής αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κατάστασης του πένθους. Μπορούν να είναι συνειδητά, το παιδί νομίζει πως ο άλλος πέθανε εξαιτίας του. Θυμάται, το θυμό που μπορεί να είχε απέναντι του, και με αυτή την σκέψη νομίζει πως του αξίζει και του ίδιου να πεθάνει.
Το γεγονός ότι υποφέρει μπορεί να εκφραστεί με διαταραχές της προσοχής, πτώση της σχολικής αποδοτικότητας, διαταραχές της ομιλίας ή ακόμα και ένα ολόκληρο σύνολο εκδηλώσεων αγωνίας, όπως ιδεοληψίες, φοβίες, τικ, απάθεια, φόβο της μοναξιάς, του σκοταδιού, του ξένου.
 
Η εξίσωση, αρρώστια = θάνατος είναι ένα άλλο συχνό σημάδι ενοχής στο παιδί. Οποιοδήποτε σύμπτωμα, πυρετός, βήχας, συνάχι, το κάνουν να φοβάται πως θα πεθάνει, όπως ο άλλος. Αυτός ο φόβος μπορεί να επεκταθεί σε φόβο του γιατρού, του νοσοκομείου, των ενέσεων, της νοσηλείας. Επίσης, ένα σύνολο από πόνους και από φόβους είναι ακόμα πιο καταστροφικό για το παιδί, στο μέτρο που δε μιλάει γι’ αυτά ή δεν μπορεί παρά να αστειεύεται γι’ αυτά.
Η τραυματική εμπειρία του παιδιού μπορεί να μετριαστεί αν του προσφερθεί στοργική φροντίδα και του δοθούν ορισμένες εξηγήσεις και αυτό γιατί τα παιδιά ανάλογα με την ηλικία που βρίσκονται αντιλαμβάνονται διαφορετικά τον θάνατο και αν εμείς δεν τους εξηγήσουμε τι σημαίνει και τι επακολουθεί ο θάνατος κάποιου ατόμου, τότε μπορεί να μπερδευτούν και να εκφράσουν με διαφορετικούς τρόπους την έννοια του θανάτου.
 
Γι΄ αυτό λοιπόν , πρέπει να ξέρουμε ότι η ποιότητα των σχέσεων, η αδιάκοπη και καθησυχαστική αγάπη και φροντίδα, έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από αυτή καθαυτή τη διακοπή του δεσμού. Στην πλειοψηφία τους, τα παιδιά έχουν έναν αξιοσημείωτο τρόπο να δείχνουν ότι δέχονται τα θλιβερά γεγονότα και να συνεχίζουν τη ζωή τους.
Κλείνοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το πένθος, το καλό πένθος, μας κάνει τελικά σοφότερους ανθρώπους, που γνωρίζουν και αποδέχονται τόσο τη χαρά της ζωής όσο και τον πόνο της, τόσο τις δυνατότητές της όσο και τα όριά της.
 
(πηγή: Πως θα βοηθήσετε τα παιδιά να αντιμετωπίσουν έναν θάνατο, William C. Kroen, εκδόσεις Φυτράκη, 2007)

Lorem ipsum dolor sit amet, consectetur adipiscing elit. Nullam porttitor augue a turpis porttitor maximus. Nulla luctus elementum felis, sit amet condimentum lectus rutrum eget.

Το Πένθος στην Ζωή μας

Πότε, όμως το πένθος μετατρέπεται σε κατάθλιψη; Πότε, δηλαδή, ξεπερνιούνται τα όρια του φυσιολογικού μηχανισμού ψυχικής αντίδρασης προς την απώλεια και μπαίνουμε στα πεδία της ανάπτυξης κλινικής διαταραχής της διάθεσης;

Read more

Lorem ipsum dolor sit amet, consectetur adipiscing elit. Nullam porttitor augue a turpis porttitor maximus. Nulla luctus elementum felis, sit amet condimentum lectus rutrum eget.